[{"id":127806,"title":"Κόκκινος επιτάφιος","subtitle":null,"description":"\"Έχουν ξεκληριστεί οικογένειες. Βλέπει κανείς και θλίβεται κείνα τα παιδάκια με τα αδύνατα ποδαράκια και χεράκια, με τις φουσκωμένες κοιλίτσες από τον ερεθισμένο σπλήνα. Και το τελευταίο που θα σκεφτούν είναι ο γιατρός - και τούτο όταν είναι πια αργά. Τούτα τα πλάσματα δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα από μαγειρεμένο φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μετρημένο, είναι όλο κι όλο για να χορτάσουν την πείνα τους. Το αβγό μόνο που το βλέπουν, γιατί τα στέλνουν οι μανάδες τους στον μπακάλη, να το δόσουν, για να πάρουν λίγο ρύζι. Με συγχωρείτε, σύντροφε Παπά, δεν μπορώ να συνεχίσω.\"\u003cbr\u003eΈσπασε η καρδιά μου. Με πήραν τα κλάματα. Ο σύντροφος μου έσφιξε το χέρι με κατανόηση.\u003cbr\u003e\"Καλά, και συ με ποιους δουλεύεις;\" ρώτησε.\u003cbr\u003e\"Είναι πολύ δύσκολο. Για καλή τύχη υπάρχουν μερικοί νέοι, με γράμματα του δημοτικού, αλλά με ανοιχτό μυαλό. Αυτοί αποκτήσανε γρήγορα συνείδηση του αγώνα. Αυτοί φέρανε τις αδελφές τους στην ΕΠΟΝ και τις μανάδες τους στην Εθνική Αλληλεγγύη.\"\u003cbr\u003e\"Φαντάζομαι την Αντίδραση που αντιμετωπίζεις\".\u003cbr\u003e\"Η Αντίδραση είναι οργανωμένη. Μα δεν είναι μόνο αυτό, και κάνουν ακόμη τους Βασιλικούς με το μισό τσαρούχι... Αντιμετωπίζω επικρίσεις, ακόμη και απειλές. Τα σχόλια σε βάρος μου αφθονούν. Ήρθαν στιγμές που βρέθηκα σε αμηχανία. Μα σαν αντίκρισα αυτές τις μορφές, τις σκαμμένες από το μόχθο και τη στέρηση, σαν αντίκριζα τα χλωμά προσωπάκια των παιδιών με τα φθινοπωρινά μάτια, έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Φτάνει να σας πω, για να πάρετε μια ιδέα της ατμόσφαιρας που μέσα της ζω και δουλεύω, πως μια συγγένισσά μου με σταμάτησε στο δρόμο και οργισμένη μου είπε να ντρέπομαι που είμαι παλιοκόριτσο, που προσβάλλω τέτοιο σόι, που πάω με τους αντάρτες για να παντρευτώ χωρίς προίκα, αφού έχω προίκα, και πως θέλω να φέρω τους κομμουνιστές για να κλείσουν την εκκλησία. Μα σαν έρθει ο βασιλιάς, θα με βάλει να του φιλήσω τα πόδια. Οι άντρες είναι λιγότερο εκδηλωτικοί. Κάνουν πως δε με βλέπουν. Με προσπερνούν χωρίς να χαιρετήσουν. Μόνο ένας, προσπερνώντας με στο δρόμο, έλεγε μέσα από τα δόντια του, με τρόπο που να τ' ακούσω: \"Κρίμα τα γράμματα που έμαθες, κόρη του γιατρού\".\"","image":"http://www.biblionet.gr/images/covers/b130428.jpg","isbn":"978-960-8087-74-3","isbn13":"978-960-8087-74-3","ismn":null,"issn":null,"series":null,"pages":336,"publication_year":2008,"publication_place":"Αθήνα","price":"16.0","price_updated_at":"2008-06-12","cover_type":"Μαλακό εξώφυλλο","availability":"Κυκλοφορεί","format":"Βιβλίο","original_language":null,"original_title":null,"publisher_id":319,"extra":null,"biblionet_id":130428,"url":"https://v2.bibliography.gr/books/kokkinos-epitafios.json"},{"id":150681,"title":"Το κρασί του Ντάρμου","subtitle":"Ιστορικό μυθιστόρημα","description":"- Κι από το ρέμα του Ντάρμου δεν περνάγανε οι Δημαίοι. \u003cbr\u003eΉτανε στοιχειωμένο, ακουγότανε καμπάνα το μεσημέρι. \u003cbr\u003eΓιατί φονέψανε το Ντάρμο εκεί. Mε τις αραβίδες, οι μάυδες. \u003cbr\u003eTου πήρανε το κεφάλι αυτοί και το πήγανε στη Λουκού, στις καλόγριες. Ανοίξανε λάκκο στα καλογερικά μνήματα οι γερόντισσες και το χωματίσανε· στο γεφύρι κοντά, στα ψηλά κυπαρίσσια κατά το ρέμα. Το λιβανίζανε αυτό το μνημούρι σαράντα μέρες, οι χριστιανές. Και το λείψανο, κινήσανε οι Χαντακιώτισσες με τις τσάπες και πήγανε και το θάψανε αλειτούργητο. Ντάρμος, δημοδιδάσκαλος. Καταμεσήμερο στην ερημιά η καμπάνα που λες.\u003cbr\u003e- Άλλα, θυμάσαι;\u003cbr\u003e- Γιατί θέλεις να μάθεις;\u003cbr\u003e- Τη Διαμαντούλα του Ρουπακιά τη θυμάται κανείς;\u003cbr\u003e- Για ποια Διαμαντούλα μιλάς; Κείνη που ξαγνάνταγε στου Βίλη το δέντρο με μια αγκαλιά παπαρούνες και το τραγούδι στο στόμα; Αλυχτάγανε τα σκυλιά της Αρτσίνας τ' αδέρφια της που τα σέρνανε οι μάυδες.","image":"http://www.biblionet.gr/images/covers/b153620.jpg","isbn":"978-960-8087-92-7","isbn13":"978-960-8087-92-7","ismn":null,"issn":null,"series":null,"pages":288,"publication_year":2010,"publication_place":"Αθήνα","price":"18.0","price_updated_at":"2010-04-26","cover_type":"Μαλακό εξώφυλλο","availability":"Κυκλοφορεί","format":"Βιβλίο","original_language":null,"original_title":null,"publisher_id":319,"extra":null,"biblionet_id":153620,"url":"https://v2.bibliography.gr/books/to-krasi-tou-ntarmou.json"},{"id":185824,"title":"Οι εφτά δεκαετίες του Συμεών","subtitle":"Ιστορικό μυθιστόρημα","description":"\"Κάποτε ο καιρός του γυρισμού φτάνει, και γυρίζοντας πιο ώριμος, κατασταλαγμένος και κάπως αλλιώτικος. Συνεχίζεις από εκεί που ξεκίνησες και υποδέχεσαι στωικά τα χρόνια που έρχονται και ξετυλίγεις πια τις αναμνήσεις σου που σε συντροφεύουν έως τον τελευταίο χαιρετισμό σ' αυτό που ήταν η ζωή σου.\"\u003cbr\u003e\u003cbr\u003eΈνα μακρύ, γοητευτικό οδοιπορικό, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τις μέρες μας. Ο μικρός Συμεών, ζώντας την αθωότητα της μικρής επαρχιακής πόλης, εμπλέκεται στη δίνη της ιστορίας της δεκαετίας του 1940. Ενηλικιώνεται στη μεταπολεμική Αθήνα, όπου σπουδάζει, ερωτεύεται, ανοίγει τους ορίζοντές του. Στα χρόνια της χούντας θα βρεθεί στην Ευρώπη, και στη συνέχεια, γράφοντας, επιστρέφει συνεχώς στη γενέθλια πόλη του, τακτοποιώντας και ψηλαφώντας τις μνήμες του.\u003cbr\u003e\u003cbr\u003e\"Έσβησε το τελευταίο τσιγάρο κι έγειρε πάνω στα χειρόγραφα του κι αποκοιμήθηκε χωρίς όνειρα. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, την ώρα που ο καινούργιος ήλιος ανέβαινε θριαμβικά στον πρωινό ουρανό.\u003cbr\u003e\u003cbr\u003eΜια ζωή \"στεφάνι από ρόδα κι αγκάθια\", σκέφτηκε με χαμόγελο ο Συμεών.\"","image":"http://www.biblionet.gr/images/covers/b188967.jpg","isbn":"978-960-9548-09-0","isbn13":"978-960-9548-09-0","ismn":null,"issn":null,"series":null,"pages":139,"publication_year":2013,"publication_place":"Αθήνα","price":"8.0","price_updated_at":"2013-06-10","cover_type":"Μαλακό εξώφυλλο","availability":"Κυκλοφορεί","format":"Βιβλίο","original_language":null,"original_title":null,"publisher_id":319,"extra":null,"biblionet_id":188967,"url":"https://v2.bibliography.gr/books/oi-efta-dekaeties-tou-symewn.json"}]